Ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς

AITHΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

Της Φραντζέσκας Ρωμάνου, κατοίκου Πειραιώς, οδός Αγησιλάου 19 (Κα­στέλλα)

ΚΑΤΑ

1. Του Υπουργού Παιδείας  και

2. Της με αριθμό 24/27-6-2002 πράξης-πειθαρχικής απόφασης του ΠΥΣΔΕ Πειραιώς

*****

Είμαι εκπαιδευτικός, κλάδου ΠΕ11, πτυχιούχος φυσικής αγωγής, και υπη­ρετώ με οργανική θέση στο Ενιαίο Λύκειο Καστέλλας, έχοντας ήδη συμπλη­ρώσει υπερενδεκαετή υπηρεσία στη δημόσια εκπαίδευση.

Κατά την έναρξη του σχολικού έτους 2001/2002 ενημέρωσα τόσο το Διευ­θυντή του ως άνω λυκείου, όσο και τους συναδέλφους μου στο πλαίσιο του συλλόγου καθηγητών, ότι δεν θα ήμουν σε θέση να εκπληρώσω ένα από τα καθήκοντα που συνήθως επωμίζονται οι καθηγητές φυσικής αγωγής, ειδικό­τερα τα συνδεόμενα με την παρέλαση καθήκοντα.

Οι λόγοι προς τούτο ήταν αφενός λόγοι  ιδεολογικοί  και αφετέρου λόγοι  υγείας. Οι λόγοι υγείας συνίσταντο ιδίως σε δισκοκήλη (Ο4-Ο5 και Ο5-Ι1) που μου προξενούσε και μου προξενεί συνεχείς και κατά διαστήματα ιδιαί­τερα επώδυνες ενοχλήσεις στη μέση, ενώ η ιδεολογική μου αντίθεση στην πα­ρέλαση θεμελιώνεται στην πεποίθησή μου ότι οι παρελάσεις αποτελούν μιλι­ταριστική εκδήλωση, απολίθωμα άλλων εποχών και ταιριάζουν σε ένα  στρατόπεδο παρά σε ένα σχολείο. Με χορευτικές εκδηλώσεις, θεατρικές  παραστάσεις "περνάς" στα παιδιά ένα σωρό μηνύματα περί ελευθερίας,  αλληλεγγύης, θάρρους, τόλμης, δύναμης και ανθρωπιάς που κανείς μα κανείς  στον κόσμο δεν μπορεί να με πείσει ότι μια παρέλαση θα τους τα "περάσει" ή  θα τους τα εμπνεύσει. 

Οι ως άνω λόγοι, τόσο οι ιδεολογικοί, όσο και οι λόγοι υγείας, εκρίθησαν επαρκείς και πειστικοί τόσο από το Διευθυντή όσο και από το σύλλογο των  καθηγητών, γι’αυτό και ρητώς και ευθέως απαλλάχθηκα από τα σχετικά προς την παρέλαση καθήκοντα.

Αποδεικτικό στοιχείο πέραν αμφιβολίας προς τούτο αποτελεί το από 24.9.2001 πρακτικό «κατανομής εξωδιδακτικών εργασιών» που εξέδωσε κα­τόπιν σχετικής συνεδριάσεως ο σύλλογος καθηγητών του Λυκείου. Στο εν λόγω πρακτικό, τιτλοφορούμενο «Πράξη 2η» (προφανώς διότι αντιστοιχεί στη δεύτερη συνεδρίαση του συλλόγου καθηγητών κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους), αναφέρονται ονομαστικά οι προβλεπόμενες δεκαπέντε (15) εξωδιδα­κτικές εργασίες που ανατίθενται στους υπηρετούντες στο συγκεκριμένο λύκειο καθηγητές, για καθεμιά δε από τις εν λόγω εξωδιδακτικές εργασίες αναγράφο­νται και τα ονόματα των καθηγητών στους οποίους ανατίθενται. Σε μένα ανα­τέθηκαν οι αριθ.12, 14 και 15 εργασίες, σχετικές με τις σχολικές εορτές των εθνικών επετείων και τις καταθέσεις στεφάνου, ενώ στην αριθ.13 εργασία, «παρελάσεις», δεν αναφέρεται κανένα όνομα, αλλά τίθεται παύλα.

Επιθυμώ στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι, στο  τέλος  της  εν  λόγω  συνεδρίασης του συλλόγου καθηγητών, δήλωσα ότι, σε περίπτωση που εξευ­ρίσκετο άλλος καθηγητής φυσικής αγωγής ως συνοδός της παρέλασης, θα ήμουν διατεθειμένη, εις βάρος της υγείας μου και κατά παραχώρηση εκ της προαναφερθείσας ιδεολογικής αντιθέσεώς μου προς το θεσμό της μαθητικής παρέλασης, να συμβάλω στην προετοιμασία της. Κατέστησα όμως απολύτως σαφές ότι δεν επρόκειτο για τυπική υποχρέωση που αναλάμβανα, πράγμα που θα ερχόταν εξ άλλου σε αντίθεση με το προαναφερθέν πρακτικό κατανο­μής εξωδιδακτικών εργασιών, αλλά απλώς για κίνηση καλής θέλησης, υπό την έννοια ότι, εάν η απουσία του Λυκείου μου από την παρέλαση θεωρούνταν πράγματι προβληματική από τους αρμοδίους και λαμβανόταν πρόνοια εξα­σφάλισης άλλου καθηγητή συνοδού, δεν θα ήθελα όλη αυτή η προεργασία να καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω  ελλείψεως  προετοιμασίας.

Δεν μπορούσα να γνωρίζω εάν και ποιές ενέργειες έγιναν για την εξεύρεση συνοδού, από τις πληροφορίες όμως που συνέλεξα, τόσο από τα κοντινά λύ­κεια όσο και από τις αρμόδιες υπηρεσίες, προέκυπτε με απόλυτη βεβαιότητα ότι, και αν έγιναν τέτοιες ενέργειες, δεν είχαν αποτέλεσμα. Ούτε ο Διευθυντής του Λυκείου ήταν σε θέση να ισχυρισθεί το αντίθετο όταν, στις 19 Οκτωβρίου 2001, με έψεξε για τη μη προετοιμασία της παρέλασης. Κατά συνέπεια, και δεδομένης αδυναμίας εξευρέσεως καθηγητή-συνοδού, δεν υπήρχε κανένας λόγος να προετοιμάσω παρέλαση που δεν θα γινόταν!

Κατά συνέπεια, ουδόλως παρέβην την - ούτως ή άλλως άτυπη και ανεπί­σημη - υποχρέωση που οικεία βουλήσει ανέλαβα, διότι η εκ μέρους μου ανά­ληψη της εν λόγω υποχρεώσεως, δηλ. της υποχρεώσεως προετοιμασίας της παρέλασης, έγινε υπό την προϋπόθεση εξευρέσεως καθηγητή-συνοδού. Μη πληρουμένης της εν λόγω προϋποθέσεως, ούτε η δική μου ανάληψη υποχρε­ώσεως με δέσμευε, υπό την έννοια - πάντοτε - ηθικής και μόνο δεσμεύσεως, αφού τυπική δέσμευση ούτε μπορούσα έγκυρα να αναλάβω, ερχόμενη σε αντίθεση με το πρακτικό, ούτε ανέλαβα. Τυχόν δε εμμονή στην εκπλήρωση της, ηθικής έστω, υποχρεώσεως μου θα ήταν προφανώς καταχρηστική, διότι, άνευ ουδενός επιδιωκομένου ή αναμενομένου αποτελέσματος (αφού καθ’υπόθεσιν το Λύκειό μου δεν θα παρήλαυνε), θα επήρχοντο πολλαπλές αρνητικές συνέπειες. Οι εν λόγω συνέπειες θα έπλητταν  κυρίως, τα παιδιά, τα οποία θα προετοιμάζονταν αδίκως, σε βάρος άλλων  μαθημάτων και θα υπο­βάλλονταν αδίκως σε έξοδα, για την προμήθεια στολών κλπ

Ενόψει των ανωτέρω εξεπλάγην όλως ιδιαιτέρως όταν, στις 14.1.2002, (εδώ πρέπει να τονιστεί ότι η κλήση ήρθε 2,5 μήνες μετά!!! δηλαδή μετρώντας  από την 28η Οκτωβρίου έως την 14η Ιανουαρίου) έλαβα «κλήση για εξέταση εγκαλουμένου» με την κατηγορία της «μη συμμετο­χής σε παρέλαση», στο πλαίσιο ένορκης διοικητικής εξέτασης που διενεργού­νταν, όπως η εν λόγω κλήση με πληροφορούσε, κατόπιν «εντολής του προϊ­σταμένου του 1ου Γραφείου Δ.Ε. αρ.πρ.13145/14-12-01».

Στο πλαίσιο της ως άνω ΕΔΕ εξετάσθηκα στις 17.1.2002 και 8.2.2002, εξηγώντας γιατί, κατά τη γνώμη μου οι εναντίον μου κατηγορίες δεν ευστα­θούν.

Το πόρισμα της ΕΔΕ εκδόθηκε στις 4.3.2002, καταλήγοντας με τη διαπί­στωση ότι η εγκαλουμένη, δηλ. εγώ, «εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά της σαν καθηγήτρια φυσικής αγωγής», χωρίς πάντως να καθιστά σαφές που ακρι­βώς έγκειται η υποτιθέμενη πλημμέλεια, ειδικότερα αν έγκειται, πρώτον, στην κατά τη συνεδρίαση της 24.9.2001 διατυπωθείσα εκ μέρους μου αδυναμία να αναλάβω καθήκοντα παρέλασης ή/και, δεύτερον, στη μη εκπλήρωση των κα­θηκόντων αυτών ανεξαρτήτως της ως άνω αδυναμίας και της μη ρητής αναθέ­σεως των εν λόγω καθηκόντων σε μένα, ή/και, τρίτον, εν πάση περιπτώσει, αν η πλημμέλεια αφορά μόνο τη μη προετοιμασία ή αν αφορά και στη μη συνο­δεία. 

 Κατόπιν του ως άνω πορίσματος παραπέμφθηκα ενώπιον του ΠΥΣΔΕ Πειραιά, για να δικασθώ για τα πειθαρχικά παραπτώματα των περιπτώσεων ε’ και στ’ του άρθρου 107.1 ν.2683/99, και τούτο με το αιτιολογικό ότι στην κατα­νομή εξωδιδακτικών εργασιών της 24.9.2001 δήλωσα ότι δεν θα παρελάσω, αλλά θα προετοιμάσω τους μαθητές για την παρέλαση, και ότι τελικά, όμως, δεν προετοίμασα τα τμήματα μαθητών του σχολείου ούτε τα συνόδεψα στην παρέλαση.

Στις 14.3.2002 εκλήθην σε γραπτή απολογία, υπέβαλα δε δύο υπομνή­ματα, στα οποία εκθέτω αναλυτικά γιατί οι εις βάρος μου κατηγορίες είναι αβά­σιμες.

Η προφορική εκδίκαση της υποθέσεώς μου στο ΠΥΣΔΕ έλαβε χώρα στις 27.6.2002. Κατά την εν λόγω εκδίκαση επανέλαβα όσα είχα κατά καιρούς εκ­θέσει, προφορικώς ή με γραπτά υπομνήματα, το ΠΥΣΔΕ όμως με την αριθ.24 απόφασή του έκρινε ομόφωνα ότι διέπραξα το πειθαρχικό παράπτωμα της «ατελούς ή μη έγκαιρης εκπλήρωσης του καθήκοντος», υπό την έννοια  περι­πτώσεως στ’ του άρθρου 107.1 ν.2683/99 και μου επέβαλε, δια ψήφων 3-2, ποινή προστίμου ίσου με αποδοχές είκοσι (20) ημερών, ενώ η άποψη των μειοψηφησάντων ήταν ότι θα έπρεπε να μου επιβληθεί η ποινή της έγγραφης επίπληξης.

Την ως άνω απόφαση προσβάλλω με την παρούσα ως παράνομη, αβά­σιμη και καταχρηστική, για τους εξής λόγους.

(α) Αναντιστοιχία της από 14.1.2002 «κλήσης για εξέταση εγκαλουμένου» με την τελική πράξη επιβολής της πειθαρχικής ποινής

Ενώ η κατηγορία που περιέχεται στην ως άνω κλήση είναι η «μη συμμε­τοχή [μου] στην παρέλαση», η πειθαρχική ποινή μου επιβάλλεται για τη μη προετοιμασία της παρέλασης, παράπτωμα σχετικό μεν, αλλά σαφώς διακριτό από το αναφερόμενο στην αρχική κλήση. Ο διακριτός χαρακτήρας των δύο πειθαρχικών αδικημάτων προκύπτει εξ άλλου και από όλα τα έγγραφα της διαδικασίας, περιλαμβανομένου και του παραπεμπτικού, όπου γίνεται πάντοτε σαφής διαφοροποίηση της μη συμμετοχής μου στην παρέλαση και της μη προετοιμασίας.

Παραβιάζονται έτσι οι σχετικές διατάξεις και εγγυήσεις της ποινικής δικο­νομίας (εφαρμοστέες «αναλόγως» κατ’άρθρο 108 ν.2683/99 και στο πειθαρ­χικό δίκαιο των δημ. υπαλλήλων), ιδίως δε η περί μεταβολής του κατηγορητηρίου και η προσβαλλόμενη πράξη καθίσταται και εκ μόνου του λόγου αυτού ακυρωτέα. 

(β) Μη δέσμευσή μου από την υποχρέωση που υποτίθεται ότι εξετέ­λεσα «ατελώς ή μη εγκαίρως» - έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμε­νης πράξης ως προς την δήθεν δέσμευσή μου.

Η υποχρέωση που κατά την προσβαλλόμενη πράξη υποτίθεται ότι παρέβην, με αποτέλεσμα να κριθεί ότι εξετέλεσα «ατελώς ή μη εγκαί­ρως» το καθήκον μου ως εκπαιδευτικού και να καταδικασθώ, έτσι, για παράβαση της σχετικής διάταξης της περιπτώσεως στ’ του άρθρου 107.1 ν.2683/99, ήταν η προετοιμασία των μαθητών για την παρέλαση. Όπως όμως αναλυτικά εκθέτω ανωτέρω, τέτοια υποχρέωση ουδέποτε μου ανατέθηκε, αντίθετα μάλιστα, το σχετικό πρακτικό του συλλόγου δι­δασκόντων φέρει παύλα στην εν λόγω υποχρέωση, δηλ. στην υπ’αριθ.13, περί παρελάσεως, ενώ σε όλα τα άλλα αναφέρει τα ονόματα των επιφορτισμένων σχετικά καθηγητών, μεταξύ των οποίων και το δικό μου στα περί σχολικών εορτών και καταθέσεων στεφάνου αριθ.12, 14 και 15 καθήκοντα.

Και ναι μεν το παραπεμπτικό μου στο ΠΥΣΔΕ αναφέρεται στην  υπ’αριθ.Γ4/150/24-2-2000 υ.α, που προβλέπει στην παρ.Ι.γ ότι η προε­τοιμασία της παρέλασης γίνεται «με ευθύνη των καθηγητών Φυσικής Αγωγής», την εν λόγω διάταξη όμως ουδόλως αναφέρει και επικαλείται η προσβαλλόμενη πράξη, καθιστάμενη και εκ του λόγου αυτού ακυρωτέα, ως στερούμενη αιτιολογίας.

Αλλά ακόμη και αν η προσβαλλόμενη πράξη περιείχε τη σχετική θεμελίωση ή αν ήθελε κριθεί (quod non) ότι αρκούσε η αναφορά της προαναφερθείσας υ.α. στο παραπεμπτικό, και πάλι η προσβαλλόμενη πράξη καθίσταται ακυρωτέα, διότι η έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως της υ.α. είναι απλώς ότι το καθήκον προετοιμασίας της παρέλασης μπορεί να ανατεθεί μόνο σε καθηγητή φυσικής αγωγής. Ουδόλως είναι ούτε μπορεί να είναι ότι ο τυχόν μόνος καθηγητής φυσικής αγωγής ενός σχολείου καθίσταται αυτομάτως και εκ του νόμου υπεύθυνος για την προετοιμασία της παρέλασης. Απαιτείται σχετική απόφαση του συλλόγου των καθηγητών. Αυτό εξ άλλου ευθέως προκύπτει και από το πόρισμα της ΕΔΕ, το οποίο αναφέρεται επίσης σε υ.α., ρητώς όμως προσθέτει ότι «η ανάθεση καθηκόντων γίνεται με απόφαση του συλλόγου διδασκόντων». Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από το 12124/23.10.2001 έγγραφο της Δ.Ε. Πειραιά, όπου, εις απάντηση σχετικής επιστολής του Διευθυντή του λυκείου μου, ρητώς γράφεται ότι, εφόσον κανένας καθηγητής «δεν προσφέρεται να συμμετάσχει, οι εκπαιδευτικοί που προορίζονται για το σκοπό αυτό [δηλ. την παρέλαση], θα ορισθούν από τα όργανα διοίκησης του σχολείου».

Πρόσθετη επιβεβαίωση της ορθότητας της εδώ υποστηριζόμενης ερμηνείας παρέχει το γεγονός ότι η «πράξη κατανομής εξωδιδακτικών καθηκόντων» του συλλόγου διδασκόντων περιέχει ειδικό λήμμα «παρέλαση». Αν η εδώ υποστηριζόμενη ερμηνεία δεν ήταν βάσιμη, τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη τέτοιου ειδικού λήμματος, καθώς είμαι η μόνη καθηγήτρια φυσικής αγωγής του σχολείου.

Προσθέτω εν πάση περιπτώσει ότι την προαναφερθείσα υ.α. απόφαση του 2000 δεν γνώριζα, αφού ποτέ δεν μου κοινοποιήθηκε, ούτε μπορούσα να την γνωρίζω, αντίθετα βεβαίως με το πρακτικό κατανομής εξωδιδακτικών καθηκόντων του συλλόγου διδασκόντων.

Αλλά και η ίδια η προσβαλλόμενη πράξη αναγνωρίζει έμμεσα τη βασιμότητα του επιχειρήματος που αντλώ από το ως άνω πρακτικό, αφού το αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό. 

Με άλλα λόγια η πράξη είναι άκυρη λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και ειδικότερα λόγω πλημμελούς αιτιολογίας, της πλημμέλειας συνισταμένης σε μη πληρότητα αυτής.

Ειδικότερα, το έλλειμμα της αιτιολογίας αφορά τη μείζονα πρόταση αυτής, αφού αφού δεν μνημονεύονται σι συγκεκριμένες διατάξεις από τις οποίες απορρέει το καθήκον μου προς προετοιμασία και εκτέλεση της παρελάσεως

Αλλά και αν ήθελε αγνοηθεί το παραπάνω ελάττωμα και πάλι η πράξη είναι άκυρη διότι και αν ακόμα θεωρηθεί ότι υπάρχουν συγκεκριμένες διατάξεις, θεσπίζουσες το ως άνω υπηρεσιακό καθήκον το γεγονός της διά πρακτικού κατανομής εξωδιδακτικών καθηκόντων στους καθηγητές σημαίνει τη δυνατότητα αυτών να επιλέξουν στην ανάληψη συγκεκριμένων δραστηριοτήτων.

(γ) Μη συνδρομή της προϋπόθεσης από την οποία εξαρτήθηκε η υποτιθέ­μενη υποχρέωσή μου για προετοιμασία της παρέλασης – καταχρηστικότητα.

Και αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι εγκύρως και νομίμως με βάρυνε η υπο­χρέωση προετοιμασίας της παρέλασης (είτε διότι την ανέλαβα αυτοβούλως είτε διότι προέκυπτε εκ του νόμου), και πάλι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα ως αβάσιμη, διότι αγνοεί ότι η εν λόγω υποχρέωση ίσχυε υπό την προϋπόθεση ότι θα εξευρίσκετο καθηγητής που θα ανελάμβανε τη συνοδεία της παρέλασης. Διαφορετικά η έννοια της «προετοιμασίας» στερείται νοήματος και σκοπού. Για τους ανωτέρω δε εκτεθέντες λόγους, η προετοιμασία που δεν θα ακολουθούνταν από υλοποίηση των προετοιμαζομένων, από την ίδια δηλ. την παρέλαση, θα είχε και αρνητικές επιπτώσεις.

Παρίσταται επιπλέον και καταχρηστικό να διώκομαι για τη μη προετοιμα­σία της παρέλασης, καθ’ην στιγμήν οι αρμόδιες αρχές, ανεξαρτήτως υπάρξεως ή/και βαθμού υπαιτιότητος καθεμιάς τους, δεν επέτυχαν να εξασφαλίσουν κα­θηγητή-συνοδό για την ίδια την παρέλαση. 

Η κατά τα ανωτέρω καταχρηστικότης αποδεικνύεται εντονότερη, αν συνε­κτιμηθούν αφενός η ιδεολογική μου αντίθεση στο θεσμό της μαθητικής παρέλασης και αφετέρου οι προεκτεθέντες λόγοι υγείας, που καθιστούν τη συμμετοχή μου στις διαδικασίες παρέλασης επώδυνη και επικίνδυνη. Όταν δέχομαι να συμβάλω στην προετοιμασία της παρέλασης, κάνοντας έτσι παρα­χωρήσεις και ως προς τα δύο αυτά ζητήματα  (ιδεολογία  και υγεία),  για την περίπτωση που το σχολείο επρόκειτο πράγματι να συμμετάσχει στην παρέ­λαση (ακόμη μάλιστα και για την περίπτωση που διαπίστωνα απλώς ότι κατα­βάλλονταν σοβαρές προσπάθειες προς τούτο και υπήρχε ορατή πιθανότητα ευοδώσεώς τους), τότε η κίνηση της πειθαρχικής διώξεως εναντίον μου και η επιβολή πειθαρχικής ποινής για τη μη προετοιμασία, ενώ η προσβαλλόμενη πράξη συνομολογεί ότι δεν έγιναν οι απαιτούμενες ενέργειες για την εξεύρεση του καθηγητή-συνοδού και ότι συνεπώς το σχολείο ούτως ή άλλως δεν θα πα­ρήλαυνε, καθίσταται εξόχως καταχρηστική. Αυτό κατά μείζονα λόγο, όταν ο πρόεδρος του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, και ο οποίος ψήφισε υπέρ της βαρύτερης από τις δύο προταθείσες πειθαρχικές κυρώσεις, ρητώς αναγνωρίζει τους λόγους υγείας που επικαλούμουν, λέγοντας «τους λό­γους υγείας τους σεβόμαστε» (σελ.248). 

(δ) Άρση του αξιοποίνου για λόγους πραγματικής και νομικής πλάνης

Μεταξύ των ποινικών διατάξεων που, κατά τα προαναφερθέντα (ανωτέρω υπό [α]), εφαρμόζονται αναλόγως στο πειθαρχικό δίκαιο, το άρθρο 108 ν.2683/99 ρητώς μνημονεύει την πραγματική και νομική πλάνη (παρ.2.ε).

Κατά συνέπεια, ακόμη και αν δεν γίνουν δεκτοί οι υπό [β] και [γ], ανωτέρω, υποστηριζόμενοι λόγοι ακυρότητας, τα περιστατικά και νομικά δεδομένα που τους θεμελιώνουν συνιστούν και αποδεικνύουν την κατ’άρθρα 30 και 31 πραγ­ματική και νομική πλάνη μου ως προς τη διάπραξη του πειθαρχικού αδικήμα­τος, αφού εύλογα και ανυπαιτίως θεωρούσα ότι το Λύκειό μου δεν θα συμμε­τείχε ούτως ή άλλως στην παρέλαση και κατά συνέπεια δεν υφίστατο λόγος και υποχρέωση προετοιμασίας.   

(ε) Παραβίαση της αρχής της επιεικείας.

Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 108 ν.2683/99, ρητώς μνημονεύει και την αρχή της επιείκειας (παρ.2.ζ).

Την εν λόγω αρχή προδήλως παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, διότι, ακόμη και αν απέρριπτε όλους τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως, θα έπρεπε να κρίνει ότι, τα πραγματικά περιστατικά και νομικά δεδομένα που τους θεμε­λιώνουν, δικαιολογούν πλήρως την κατ’εφαρμογή της εν λόγω αρχής απαλ­λαγή μου από την κατηγορία.

(στ) Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των διατάξεων της ποι­νικής δικονομίας κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Για την επικουρική περίπτωση που όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί απορρι­φθούν και ήθελε κριθεί ότι διέπραξα το πειθαρχικό παράπτωμα της «ατελούς ή μη έγκαιρης εκπλήρωσης καθήκοντος», θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρώσιμη κατά το μέτρο που μου επιβάλλει ποινή του προστίμου ίσου με αποδοχές είκοσι (20) ημερών και δεν διατάσσει αναστολή ποινής. Τούτο διότι το παράπτωμα της παραγράφου στ’ του άρθρου 107.1 ν.2683/99, το οποίο μάλιστα κατά το ήμισυ μόνο μου καταλογίσθηκε, είναι ένα από τα ελαφρότερα, αν όχι το ελαφρότερο, από τα εικοσιένα (21) αδικήματα που το εν λόγω άρθρο απαριθμεί, ενώ το περί πειθαρχικών ποινών άρθρο 109 ν.2683/99 δεν προβλέπει υποχρεωτικώς επιβολή προστίμου, αλλά και την απλή «έγγραφη επίπληξη» (παρ.1.α), το δε τυχόν επιβαλλόμενο πρόστιμο (παρ.1.β), που αποτελεί τη δεύτερη κατά σειρά βαρύτητος ποινή, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές τριών (3) μηνών.

Ως προς την επιβολή της ποινής θεωρώ ότι το ΠΥΣΔΕ έκανε κακή εφαρμογή του περί ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 Π.Κ., εφαρμοστέου αναλόγως και στις πειθαρχικές διαδικασίες κατά ρητή διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 108 ν.2683/99 (παρ.2.β), διότι μόνο το προκύπτον από το πρακτικό κατανομής των εξωδιδακτικών εργασιών ελαφρυντικό μου αναγνώρισε. Αντίθετα δεν μου αναγνώρισε, ενώ ώφειλε, ούτε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου ούτε εκείνο των μη ταπεινών αιτίων (άρθρ.84.2.α και β. Π.Κ., αντίστοιχα), ούτε το συνδεόμενο με τους λόγους υγείας, μολονότι  τους λόγους αυτούς ρητώς ο πρόεδρος του ΠΥΣΔΕ παραδέχθηκε και δήλωσε ότι σέβεται (!), ενώ εξ άλλου θεωρώ ότι και όλοι οι λόγοι που επικαλέσθηκα προς απόκρουση της κατηγορίας περί της εκ μέρους μου διαπράξεως του πειθαρχικού αδικήματος αποτελούν ταυτόχρονα και ελαφρυντικά ως προς την επιμέτρηση της ποινής.

Εν πάση δε περιπτώσει θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη διάταξη κάνει κακή εφαρμογή του νόμου κατά το μέτρο που δεν διατάσσει την αναστολή της ποινής που μου επιβάλλει, σύμφωνα με τα άρθρα 99 επ. Π.Κ., εφαρμοστέα αναλόγως σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 108 ν.2683/99 (παρ.1). Τούτο κατά μείζονα λόγο ενόψει του ότι έχω ήδη δηλώσει, και επιβεβαιώνω με την παρούσα, ότι, με την επιφύλαξη επιδείνωσης της υγείας μου, προτίθεμαι να συμβάλω κανονικώς στην προετοιμασία της παρέλασης κατά την τρέχουσα σχολική χρονιά, αλλά και κατά τις επόμενες.

Τα ανωτέρω ισχύουν κατά μείζονα λόγο βάσει και της προεπικληθείσης αρχής της επιεικείας, που ισχύει όχι μόνο για τη διαπίστωση της διάπραξης των πειθαρχικών παραπτωμάτων, αλλά και για την επιμέτρηση των ποινών. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους προσθέσω νομίμως και εμπροθέσμως και με την επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματός μου

ΖΗΤΩ

            Να γίνει δεκτή η παρούσα.

            Να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη ή, επικουρικώς, να μεταρρυθμισθεί επί τω τέλει επιβολής ελαφρότερης, και πάντως μη χρηματικής, ποινής, ή/και χορήγησης αναστολής.

Να καταδικασθεί το καθού στη δικαστική μου δαπάνη.

Αθήνα, 30 Σεπτεμβρίου 2002

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι

 

 

 

 

 

 

Χαρίσιος Ν. Ταγαράς

Δικηγόρος

Αγ. Μηνά 7 Θεσσαλονίκη

Κωνσταντίνος Αλεξ. Φλώρος

Δικηγόρος

Τσαμαδού 1-3, Αθήνα 10683

Τηλ.3300980